HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σακοράφα

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σακοράφας
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. μεγάλη βελόνα, με την οποία ράβουμε κάτι με σπάγγο

Ισοδύναμα

DeutschPfriem
11 more languages
Българскишило
Bosanskiшило
Češtinašídlo
Ελληνικάσουβλί
Gaeilgemeana
Hrvatskiшило
Nederlandspriemrijgnaald
Polskiszpikulec
Српскишило

Παραδείγματα

“Διότι, εἶπε ὁ σιδηρουργὸς, ἐὰν ὁ μαστορής σου τύχει νὰ χάσει τὴ σακοράφα του, ἠμπορεῖ νὰ περάσει μία κλωστὴ πέρα πέρα ἀπὸ τ' αὐτιά σου καὶ νὰ ἐξακολουθήσει τὸ ἔργο του. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Τρομάρας)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σακοράφα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free