Meaning of σακοράφα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σακοράφας accusative, genitive, singular, vocative
- μεγάλη βελόνα, με την οποία ράβουμε κάτι με σπάγγο
Παραδείγματα
“Διότι, εἶπε ὁ σιδηρουργὸς, ἐὰν ὁ μαστορής σου τύχει νὰ χάσει τὴ σακοράφα του, ἠμπορεῖ νὰ περάσει μία κλωστὴ πέρα πέρα ἀπὸ τ' αὐτιά σου καὶ νὰ ἐξακολουθήσει τὸ ἔργο του. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Τρομάρας)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.