Meaning of σαγρέ | Babel Free
Ορισμοί
- επίχρισμα / σοβάς που έχει δημιουργήσει μια τραχιά και κοκκώδη επιφάνεια και (κατ’ επέκταση) κάθε τραχιά και κοκκώδης επιφάνεια
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σαγρές
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σαγρές accusative, genitive, singular, vocative
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.