HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σέπια | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈse.pi.a/

Ορισμοί

  1. είδος σκουρόχρωμου μελανιού που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική
  2. τρόπος εμφάνισης φωτογραφικού φιλμ σε φιλμ ή φωτογραφικό χαρτί, που δίνει σε μία φωτογραφία τις αποχρώσεις ενός χρώματος
  3. γενική ονομασία φίλτρου προγραμμάτων επεξεργασίας εικόνας που μετατρέπει μία φωτογραφία σε αποχρώσεις ενός χρώματος, με βασικό σκοπό να εμφανίζεται η φωτογραφία σαν παλαιωμένη.
    broadly

Παραδείγματα

“σέπια (χρώμα):”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σέπια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course