Meaning of σέπια | Babel Free
/ˈse.pi.a/Ορισμοί
- είδος σκουρόχρωμου μελανιού που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική
- τρόπος εμφάνισης φωτογραφικού φιλμ σε φιλμ ή φωτογραφικό χαρτί, που δίνει σε μία φωτογραφία τις αποχρώσεις ενός χρώματος
-
γενική ονομασία φίλτρου προγραμμάτων επεξεργασίας εικόνας που μετατρέπει μία φωτογραφία σε αποχρώσεις ενός χρώματος, με βασικό σκοπό να εμφανίζεται η φωτογραφία σαν παλαιωμένη. broadly
Παραδείγματα
“σέπια (χρώμα):”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.