Meaning of σέλφι | Babel Free
/ˈsel.fi/Ορισμοί
-
η φωτογραφία που βγάζει κάποιος τον εαυτό του, πολλές φορές μέσα από έναν καθρέφτη, με το κινητό του ή άλλη φωτογραφική μηχανή neologism
-
η διαδικασία της παραπάνω φωτογράφισης και η ανάρτησή της σε κοινωνικά δίκτυα neologism
Ισοδύναμα
English
selfie
Παραδείγματα
“※ Μετά τα φωτογραφικά αυτοπορτρέτα των διασήμων, γνωστά ως σέλφι (selfie), που έχουν κατακλύσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σειρά πήραν τα «άσι» (usie). Με πρώτο συνθετικό το «εμείς», τα usie δεν είναι τίποτε άλλο από διπλά σέλφι στα οποία διάσημα και πολύ ερωτευμένα ζευγάρια ποζάρουν και αυτοφωτογραφίζονται μαζί σε εικόνες για το facebook, το twitter και το instagram. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.