HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ρόζος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈrozos

Ορισμοί

  1. η σκλήρυνση στο δέρμα του χεριού από καταπόνηση λόγω σκληρής δουλειάς
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. η τοπική σκλήρυνση που διακόπτει τη συνέχεια του ξύλου

Ισοδύναμα

16 more languages
Българскиръмжачворчеп
Bosanskibudaknoчворчеп
Češtinavrčet
Ελληνικάόζος
Galegono
Hrvatskibudaknoчворчеп
Kurdînoşek
Nederlandsknoest
Русскийсучок
Српскиbudaknoчворчеп
Türkçebudak

Παραδείγματα

“Από τη σκληρή δουλειά σχηματίστηκε ένας ρόζος στην παλάμη του.”

From the hard work a callus formed on his palm.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρόζος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free