Meaning of ρωμαίικος | Babel Free
/ɾoˈmei̯.kos/Ορισμοί
που σχετίζεται με τους Ρωμιούς (τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και γενικότερα) ή αναφέρεται σε αυτούς· ελληνικός
Παραδείγματα
“τα ρωμαίικα: η (δημώδης) ελληνική γλώσσα”
“το ρωμαίικο: η Ελλάδα, οι Έλληνες”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.