HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρυμούλκα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκό
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. η ρυμούλκηση
    vulgar
  3. το ρυμουλκούμενο μέσο, αυτό που ρυμουλκείται
  4. ο μηχανισμός ρυμούλκησης

Ισοδύναμα

English trailer

Παραδείγματα

“τον πήγε ρυμούλκα (= ρυμουλκώντας)”
“※ ..ν'ακούει πρόθυμα τις περιγραφές για τα είκοσι τέσσερις χιλιάδες κυβικά του κινητήρα και το δωδεκατάχυτο κιβώτιο. Χωρίς ρυμούλκα, το Σκάνια πετούσε στο δρόμο, τρεις ώρες είχαν κάνει απ' τα διόδια της Λάρισας μέχρι τα φανάρια της Νέας Κηφιφιάς. (Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)”
“※ Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρυμούλκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course