Meaning of ρυμούλκα | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκό accusative, nominative, plural, vocative
-
η ρυμούλκηση vulgar
- το ρυμουλκούμενο μέσο, αυτό που ρυμουλκείται
- ο μηχανισμός ρυμούλκησης
Ισοδύναμα
English
trailer
Παραδείγματα
“τον πήγε ρυμούλκα (= ρυμουλκώντας)”
“※ ..ν'ακούει πρόθυμα τις περιγραφές για τα είκοσι τέσσερις χιλιάδες κυβικά του κινητήρα και το δωδεκατάχυτο κιβώτιο. Χωρίς ρυμούλκα, το Σκάνια πετούσε στο δρόμο, τρεις ώρες είχαν κάνει απ' τα διόδια της Λάρισας μέχρι τα φανάρια της Νέας Κηφιφιάς. (Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τα παιδιά του Κάιν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)”
“※ Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.