HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ροδιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ɾoˈðʝa/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. γυναικείο όνομα
  3. οπωροφόρο φυτό (δέντρο ή θάμνος, Punica granatum)
  4. ίχνος από ρόδα αυτοκινήτου ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    familiar
  5. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Ροδιάς)
  6. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Παραδείγματα

“※ Οδυσσέας Ελύτης, Η τρελή ροδιά, 1η στροφή, στα ※ Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β' Λυκείου, Β' τεύχος Η τρελή ροδιά - Το ποίημα είναι γεμάτο από αισθήματα αισιοδοξίας και εικόνες της ελληνικής φύσης, που μέσα στη φαντασία του ποιητή συμπλέκονται με τη μόνιμη εικόνα μιας τρελής ροδιάς. […] Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ροδιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course