Meaning of ροδιά | Babel Free
/ɾoˈðʝa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδι accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο όνομα
- οπωροφόρο φυτό (δέντρο ή θάμνος, Punica granatum)
-
ίχνος από ρόδα αυτοκινήτου ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) familiar
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Ροδιάς)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Παραδείγματα
“※ Οδυσσέας Ελύτης, Η τρελή ροδιά, 1η στροφή, στα ※ Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β' Λυκείου, Β' τεύχος Η τρελή ροδιά - Το ποίημα είναι γεμάτο από αισθήματα αισιοδοξίας και εικόνες της ελληνικής φύσης, που μέσα στη φαντασία του ποιητή συμπλέκονται με τη μόνιμη εικόνα μιας τρελής ροδιάς. […] Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.