Σημασία του ραχίτιδα | Babel Free
ɾaˈçi.ti.ðaΟρισμοί
μεταβολική πάθηση, η οποία προκαλείται από σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D, ασβεστίου ή φωσφόρου, και εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών έως 3 ετών
Ισοδύναμα
العربية
كساح
עברית
רככת
Magyar
angolkór
Italiano
rachitismo
ქართული
რაქიტი
한국어
구루병
Македонски
рахитис
မြန်မာ
အရိုးပျော့နာ
Polski
krzywica
Português
raquitismo
Română
rahitism
Русский
рахит
ไทย
โรคกระดูกอ่อน
Tagalog
rakitis
Türkçe
raşitizm
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free