Meaning of ρακή | Babel Free
/ɾaˈci/Ορισμοί
- οινοπνευματώδες άχρωμο ποτό που παρασκευάζεται με ζύμωση και απόσταξη στέμφυλων
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ράκης
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράκος
Παραδείγματα
“※ Σάλος προκλήθηκε στην τουρκική κοινή γνώμη με αφορμή την δήλωση του Πρωθυπουργού της χώρας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ο οποίος υποστήριξε ότι εθνικό ποτό της Τουρκίας δεν είναι η μπίρα, ούτε το ρακί, το οποίο λάτρευε ο Κεμάλ Ατατούρκ, αλλά το μη αλκοολούχο αϊράνι, ένα κρύο ρόφημα με βάση το γιαούρτι. (* εφημερίδα Τα Νέα, 29/4/2013])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.