Meaning of ρίγανη | Babel Free
/ˈɾi.ɣa.ni/Ορισμοί
- είδος αρωματικού φυτού
- γυναικείο επώνυμο
- τα τριμμένα φύλλα και άνθη του παραπάνω φυτού που χρησιμοποιούνται ως μυρωδικό στη μαγειρική
Ισοδύναμα
English
Oregano
Παραδείγματα
“※ Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο)”
“※ Συνεχίζουμε, τοποθετώντας επάνω από τον γαλέο τις ροδέλες της ντομάτας, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και το τυρί. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε έως ότου πάρει χρώμα το φαγητό. Μόλις το βγάλουμε από τον φούρνο, πασπαλίζουμε με ρίγανη και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. (Γαλέος σαγανάκι, Το Βήμα, 10/06/2013 http://www.tovima.gr/vimagourmet/recipes/article/?aid=517358)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.