Meaning of Ρήνος | Babel Free
/ˈɾi.nos/Ορισμοί
- μεγάλος ποταμός της Ευρώπης που πηγάζει από τις Άλπεις και εκβάλει στη Βόρειο Θάλασσα
- ανδρικό επώνυμο
- ※ Ο Ρήνος δεν κυλάει στην παραδοσιακή του κοίτη. Το 1817 ξεκίνησαν έργα ευθυγράμμισής του με αποτέλεσμα να χαθούν πλούσιοι υδροβιότοποι και πυκνή βλάστηση. (Ντορίν Φίντλερ/Ειρήνη Αναστασοπούλου, Πριν 200 χρόνια ο Ρήνος απέκτησε νέα κοίτη, Deutsche Welle, 17 Οκτωβρίου 2017)
Ισοδύναμα
English
Rhine
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.