ρέων
Ορισμοί
μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρέω: που ρέει, που κυλάει, που είναι ρευστός
archaic
Παραδείγματα
“ρέοντα υλικά / ρέοντα ύδατα / ρέων λόγος ¨”
“άλλες μορφές: ρέοντας”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free