HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ράβδος

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈɾa.vðos

Ορισμοί

  1. μακρόστενο κυλινδρικό κομμάτι συμπαγούς και σχετικά άκαμπτου υλικού
    Katharevousa
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. επίμηκες μηχανικό εξάρτημα (συνήθως μεταλλικό) που χαρακτηρίζεται από στιβαρότητα, αντοχή και τον απαραίτητο βαθμό ακαμψίας (ανάλογα με την περίπτωση)
  4. ποσότητα μετάλλου με μακρόστενο σχήμα και τυποποιημένο μέγεθος για εμπορεία ή αποθήκευση
  5. μακρόστενο εξάρτημα, συχνά διακοσμημένο, σύμβολο της αρχιερωσύνης και διακριτικό του βαθμού εκκλησιαστικού αξιώματος

Ισοδύναμα

27 more languages
العربيةعصا
Bosanskibarrod
Češtinaberlaberle
فارسیچوگان
Gaeilgebachall
Gàidhligbachall
Hrvatskibarrod
Հայերենասաճոկան
Kurdîbar
Latinabaculum
Македонскижезол
മലയാളംഅംശവടി
Nederlandsbisschopsstaf
Polskipastorał
Portuguêsbáculo
Românăpateriță
Русскийпо́сох
Српскиbarrod
Tagalogbakulo

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: ραβδί”
“ληστές έκλεψαν 20 ράβδους χρυσού”
“ποιμαντορική ράβδος”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ράβδος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free