HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πωπός | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈpo.pos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
    rare
  2. ανδρικό όνομα
    dated, idiomatic, rare
  3. ανδρικό επώνυμο, εξελληνισμένη μορφή γερμανικού επωνύμου
    Katharevousa
  4. εσφαλμένη γραφή του ποπός

Παραδείγματα

“※ Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μας διηγείται μια ιστορία δύο καλών φίλων από τη Ζάκυνθο, που μεγαλώνουν μαζί στο νησί τους κι έπειτα σπουδάζουν στην Αθήνα, ακολουθώντας, όμως, ο καθένας διαφορετική πορεία. Από τη μία, ο Πώπος Δαγάτορας, μοναχοπαίδι ευκατάστατης οικογένειας ξυλεμπόρων, σπουδάζει για να ακολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Από την άλλη, ο Αντώνης Ρουκάλης, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας, που στο τέλος καταφέρνει να ανελιχθεί και πάλι κοινωνικά.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πωπός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course