HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πτώχευση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η γνωστοποίηση και επισημοποίηση της αδυναμίας πληρωμής ή εξώφλησης υποχρεώσεων είτε ατόμου, είτε επιχείρησης είτε κράτους, που έχει με τη σειρά της διάφορες νομικές συνέπειες για τον πτωχεύσαντα
  2. η αναπαραδιά
    broadly

Ισοδύναμα

English Bankruptcy

Παραδείγματα

“Παιδιά, εγώ κηρύσσω πτώχευση, πληρώστε εσείς το λογαριασμό (π.χ. του μπαρ)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πτώχευση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course