πρωτότυπη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτότυπος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η σκηνοθέτις πρότεινε μια πρωτότυπη ιδέα για την ταινία.”
The director proposed an original idea for the film.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free