Meaning of πρωτότυπος | Babel Free
/pɾoˈto.ti.pos/Ορισμοί
- που λέγεται ή γράφεται για πρώτη φορά κι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό
- που δημιουργήθηκε πρώτος και συνιστά τη βάση για όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν
- που δεν επαναλαμβάνει προηγούμενα πρότυπα, αλλά τα λόγια ή οι πράξεις του χαρακτηρίσζονται από νεωτερισμό
Παραδείγματα
“πρωτότυπες ιδέες”
original ideas
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.