HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρωτότυπος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/pɾoˈto.ti.pos/

Ορισμοί

  1. που λέγεται ή γράφεται για πρώτη φορά κι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό
  2. που δημιουργήθηκε πρώτος και συνιστά τη βάση για όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν
  3. που δεν επαναλαμβάνει προηγούμενα πρότυπα, αλλά τα λόγια ή οι πράξεις του χαρακτηρίσζονται από νεωτερισμό

Ισοδύναμα

English novel original

Παραδείγματα

“πρωτότυπες ιδέες”

original ideas

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρωτότυπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course