Meaning of προχωράω | Babel Free
/pɾo.xoˈɾa.o/Ορισμοί
- κινούμαι μπρος τα εμπρός (ή γενικότερα προς κάποια κατεύθυνση)
- αρχίζω να κάνω κάτι ή συνεχίζω κάποια ενέργεια ξεκινώντας μια καινούρια φάση
- δείτε και τις σημασίες της μετοχής προχωρημένος'
Ισοδύναμα
English
progress
Παραδείγματα
“Θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση του έργου.”
We will move forward with the realisation of the project.
“Μετά την υπογραφή της συμφωνίας θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση του έργου.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.