Conjugation of προχωράω
pɾo.xoˈɾa.oαρχίζω να κάνω κάτι ή συνεχίζω κάποια ενέργεια ξεκινώντας μια καινούρια φάση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προχωράω - προχωρώ |
| εσύ | προχωράς - προχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προχωράει |
| εμείς | προχωράμε - προχωρούμε |
| εσείς | προχωράτε - προχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προχωράνε |
Παρατατικός
| εγώ | προχωρούσα |
| εσύ | προχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προχωρούσε |
| εμείς | προχωρούσαμε |
| εσείς | προχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προχωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | προχώρησα |
| εσύ | προχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προχώρησε |
| εμείς | προχωρήσαμε |
| εσείς | προχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προχώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προχωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προχωρήσω |
| εσύ | προχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προχωρήσει |
| εμείς | προχωρήσουμε |
| εσείς | προχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προχωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | προχώρα |
| εσείς | προχωράτε - προχωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προχώρησε |
| εσείς | προχωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προχωρήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.