προπάνιο
Ορισμοί
κορεσμένος αλειφατικός υδρογονάνθρακας με χημικό τύπο C₃H₈, άχρωμο και ιδιαίτερα εύφλεκτο αέριο, το οποίο υγροποιείται εύκολα υπό πίεση και χρησιμοποιείται κυρίως ως καύσιμο σε οικιακές, βιομηχανικές και τεχνικές εφαρμογές
Ισοδύναμα
28 more languages
Παραδείγματα
“※ Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δεξαμενές προπανίου που τροφοδοτούσαν τους φούρνους της μονάδας βρέθηκαν άθικτες, γεγονός που ενισχύει το σενάριο διαρροής προπανίου στο εσωτερικό δίκτυο διανομής. «Η έκρηξη από προπάνιο και βουτάνιο, δηλαδή από υγραέριο, είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Είναι η πιο συχνή αιτία εκρήξεων σε βιομηχανίες τροφίμων λόγω της χρήσης υγραερίου» (…). Όπως εξηγούν οι επιστήμονες, το μείγμα προπανίου–βουτανίου ενδέχεται να συσσωρεύτηκε στον υπόγειο χώρο, οδηγώντας στη μοιραία ανάφλεξη. «Το προπάνιο είναι βαρύτερο από τον αέρα και μπορεί να λιμνάσει χαμηλά. Αυτό μπορεί να προκαλέσει ανάφλεξη αν έρθει σε επαφή με θερμές επιφάνειες» (…). (www.ertnews.gr, 27.01.2026)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free