πρεσβευτής
Ορισμοί
συνώνυμο του πρέσβης (αρσενικό), πρέσβειρα (θηλυκό)
Ισοδύναμα
21 more languages
Българскипосла́ник
Češtinavelvyslanec
Danskambassadør
DeutschBotschafter
Esperantoambasadoro
Suomilähettiläs
Hrvatskiveleposlanik
Magyarnagykövet
Italianoambasciatore
Lietuviųambasadorius
Latviešuvēstnieks
Nederlandsambassadeur
Polskiambasador
Portuguêsembaixador
Românăambasador
Русскийпосол
Slovenščinavèleposlánik
Српскиамбасадор
Svenskaambassadör
TürkçeElçi
Українськапосол
Παραδείγματα
“※ Όποιος τελεί την πράξη του προηγούμενου άρθρου εναντίον πρεσβευτή διαπιστευμένου στην ελληνική πολιτεία ή άλλου διπλωματικού αντιπροσώπου κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. (Νόμος_4619/2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free