HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρανές | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. πλαγιά
  2. επικλινής επιφάνεια, που έχει προκύψει φυσικά, είτε τεχνητά, (χρησιμοποιείται συχνά στον πληθυντικό «πρανή»)
  3. υπώρεια

Ισοδύναμα

English Cliff

Παραδείγματα

“※ Πρανή σε αποσαθρωμένα πετρώματα με πυκνό κατατμητικό σύστημα (εκτός των αργιλικών σχιστόλιθων και περιπτώσεων ομόρροπης προς το πρανές βύθισης κατατμήσεων, απαιτούν γωνία κλίσης κατασκευής μεταξύ 1H:2V to 1H:1V (63 to 45o) ή χρειάζονται αντιστήριξη. (Κατολισθήσεις & ευστάθεια τεχνητών πρανών, Κεφάλαιο 6, Σημειώσεις ΑΠΘ, https://web.archive.org/web/20200207150254/http://www.geo.auth.gr/courses/ggg/ggg883e/chapt_6.htm)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρανές used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course