HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πρίσμα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈpɾi.zma

Ορισμοί

  1. πολύεδρο με παράλληλες δύο απέναντι πλευρές και τις υπόλοιπες πλευρές κάθετες σε αυτές τις δύο
  2. διαφανές αντικείμενο με επίπεδες πλευρές το οποίο εκτρέπει και αναλύει το φως
  3. τρόπος αντίληψης μιας κατάστασης από πολλές πλευρές, όπως οι έδρες ενός πρίσματος
    figuratively

Ισοδύναμα

Françaisprisme
DeutschPrisma
23 more languages
Češtinahranol
Galegoprisma
עבריתמנסרה
Bahasa Indonesiaprisma
Italianoprisma
Latinaprisma
Latviešuprizma
Nederlandsprisma
Portuguêsprisma
Русскийпризма
Српскиprizmaпризма
Svenskaprisma
Українськапризма
Tiếng Việtlăng trụ
中文稜鏡
繁體中文稜鏡

Παραδείγματα

“τα πρίσματα έχουν διάφορους αριθμούς εδρών, έχουν βάση, έδρες ή πλευρές, ακμές, έχουν όγκο και εμβαδόν.”
“Όταν δεις τη Γεωμετρία του Ευκλείδη υπό το πρίσμα της επιστήμης καταλαβαίνεις τη συμβολή του στην εξέλιξη της θεμελίωσης των μαθηματικών.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πρίσμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free