HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πουρνάρι | Babel Free

Noun CEFR B2
/puɾˈna.ɾi/

Ορισμοί

  1. αειθαλής θάμνος (είδος Quercus coccifera, γνωστός επίσης ως Δρυς η κοκκοφόρος και Δρυς η πρίνος) με ξυλώδη βλαστό, με αγκαθωτά φύλλα και με καρπό όμοιο με της βαλανιδιάς, που σχηματίζει εκτεταμένα δάση, είτε μόνο από πουρνάρι, είτε με άλλα δένδρα και θάμνους
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Ισοδύναμα

English kermes oak

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πουρνάρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course