HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πορσελάνη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. γενική ονομασία του αδιαφανούς σκληρού υλικού που προέρχεται από την υαλοποίηση του καολίνη (επίσης και η καολίνη) ή άλλων πρώτων υλών
  2. αντικείμενα φτιαγμένα από πορσελάνη
    figuratively

Ισοδύναμα

43 more languages
العربيةخزف
Azərbaycan diliçini
Bosanskičinilozaporcelansu
Catalàporcellana
Ελληνικάπορσελάνες
Esperantoporcelano
فارسیچینی
Galegolouza
Hrvatskičinilozaporcelansu
Magyarporcelán
Հայերենճենապակի
Bahasa Indonesiaporselentembikar
Íslenskapostulín
Italianoporcellana
ქართულიფაიფური
Қазақ тілікәрлен
한국어도자기
Македонскипорцелан
Bahasa Melayuporselin
Portuguêsporcelana
Românăporțelan
Slovenčinaporcelán
Slovenščinaporcelan
Српскиčinilozaporcelansu
Svenskaporslin
Тоҷикӣфағфур
Türkçeporselen
Українськафарфор
Tiếng ViệtSu

Παραδείγματα

“※ Απ' έξω ήταν από τερακότα και το κοίλο εσωτερικό της από λευκή πορσελάνη (Ιερώνυμος Λύκαρης, Μαύρα κουφέτα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013 https://books.google.gr/books?id=LdW-Iq__xGsC&lpg=PT297&dq=%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7&pg=PT297#v=onepage&q=%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B7&f=false)”
“※ Μονάχα μια βιβλιοθήκη του πατέρα του κράτηξε ο Κοσμάς και ένα σκρίνιο, που 'βανε η μακαρίτισσα η μάνα του τις πορσελάνες και τα κρύσταλλά της. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, Εκδόσεις Ιωλκός, 2015 https://books.google.gr/books?id=7G56BwAAQBAJ&lpg=PA100&dq=σκρίνιο&pg=PA100#v=onepage&q=σκρίνιο&f=false)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πορσελάνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free