πολυγαμία
Ορισμοί
- : η δυνατότητα για ένα άτομο να βρίσκεται σε κοινωνία γάμου με περισσότερα του ενός πρόσωπα, ταυτόχρονα.
- , (ζωολογία): το φαινόμενο της πολυγαμίας απαντάται ιδιαίτερα στα ζώα τόσο σε οικόσιτα όσο και στα άγρια, περισσότερο όμως εμφανίζεται στα είδη εκείνα που το αρσενικό δεν συμμετέχει με σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη των παιδιών του
Ισοδύναμα
31 more languages
العربيةتَعَدُّدُ الأَزْوَاج
Беларускаямнагашлю́бнасць
Българскиполигамия
Bosanskipoligamija
Catalàpoligàmia
Češtinapolygamie
Esperantopoligamio
فارسیچندهمسری
ગુજરાતીબહુપતિત્વ
עבריתפוליגמיה
हिन्दीबहुविवाह
Hrvatskipoligamija
Bahasa Indonesiapoligami
Italianopoligamia
Македонскиполигамија
Nederlandspolygamie
Polskipoligamia
Portuguêspoligamia
Românăpoligamie
Српскиpoligamija
Türkçeçok eşlilik
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free