Meaning of πλοηγίδα | Babel Free
/plo.iˈʝi.ða/Ορισμοί
ταχύπλοο πλοιάριο που μεταφέρει τον πλοηγό (ή «πιλότο») προς (και από) τα πλοία, ώστε να τα καθοδηγήσει στην είσοδο ή έξοδο λιμανιών, σε διέλευση ποταμών, διωρύγων κ.λπ.
formal
Παραδείγματα
“※ βοηθητικό σκάφος για την εξυπηρέτηση φορτηγών και επιβατηγών πλοίων, με το οποίο μετακινείται από και προς το πλοίο ο πλοηγός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.