Meaning of πιτζάμα | Babel Free
/piˈd͡za.ma/Ορισμοί
το ένδυμα, συνήθως βαμβακερό, που φοριέται για τον ύπνο ή πρόχειρα μέσα στο σπίτι
Ισοδύναμα
English
Pajamas
Παραδείγματα
“※ Είπε να φορέσει τις πιτζάμες του κι άρχισε να γδύνεται. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)”
“※ Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/345888_proto-brady-toy-kalokairioy)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.