HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πιπιλιά | Babel Free

Noun CEFR B1
/pi.piˈʎa/

Ορισμοί

  1. σημάδι από πιπίλισμα, συνήθως στο λαιμό, μελανιά που προκύπτει από πιπίλισμα ή ελαφρύ δάγκωμα, μετά από ερωτική πράξη
  2. η στάχτη
    idiomatic, rare
  3. χνοώδες φυτό
    idiomatic, rare

Παραδείγματα

“※ Πιπιλιά: είδος φυτού χνοώδους, ου ο καρπός εκμυζάται, εκ τούτου δε έλαβε και το όνομα. (Λέγεται ότι είνε ναρκωτικόν). (Δ. Πουλάκη Ιατρού, Λεξικόν Ιδία της Σικίνου και τινών άλλων τόπων, σελ. 11 στο Ζωγράφειος αγών, ήτοι Μνημεία της Ελληνικής Αρχαιότητος ζώντα εν τω νύν ελληνικώ λαώ, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός φιλολογικός σύλλογος, 1896 https://www.google.gr/books/edition/Z%C5%8Dgrapheios_ag%C5%8Dn_%C4%93toi_mn%C4%93meia_t%C4%93s_h/QEOp-Jw3aJsC?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC&pg=PA11&printsec=frontcover)”
“※ Πιπιλιά Phlomis fruticosa (Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Σπουδών, τόμος 4, Εταιρεία Κυκλαδικών Μελετών, 1964, σελ. 577)”
“※ Κι αρπάζ' μπάνα πτου φούρνου που βρέθηκει που μιριά τς κι τσακώνεται να τς κρούει μι μπάνα, τς ντουμάνιασει που πιπιλιά. Άφανοι γέν'καν. έβγαν Τούρκ(οι) κι αφήκαν του καζάν ' , γέμουσαν τα μάτχια τς πιπιλιά , γκαβώθκαν , κόκκινα γένκαν σα φουτχιά κι ούτι ξαναπάτσαν πλιά (Δημήτρης Αδαμόπουλος, Νίκος Κατσάνης, Μακεδονικά χωρατά και μασάλια, εκδ. Κώδικας, 1988, σελ. 22)”
“※ «πιπιλιά: η στάχτη, κώλους σ' δεν πιάν' πιπιλιά» (Μακεδονικά, τόμος 12, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1972, σελ. 349)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πιπιλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course