Meaning of πιοτό | Babel Free
Ορισμοί
-
άλλη μορφή του ποτό familiar
- το να πίνει κάποιος οινοπνευματώδη ποτά
Ισοδύναμα
English
Drinking
Παραδείγματα
“※ Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.