πιοτό
Ορισμοί
-
άλλη μορφή του ποτό familiar
- το να πίνει κάποιος οινοπνευματώδη ποτά
Ισοδύναμα
21 more languages
Bosanskipiti
Ελληνικάπόση
Suomialkoholinkäyttödokausjuominenjuontijuopotellajuopottelukännääminenkännäyskitatanaukkaillaryypiskellätissutella
עבריתשתייה
Hrvatskipiti
Magyarívás
Bahasa Indonesiaminum
Íslenskadrykkja
Italianocicchettare
한국어마시기
Русскийпитьё
Српскиpiti
Türkçeişret
Українськапиття́
Παραδείγματα
“※ Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free