Σημασία του πιοτό | Babel Free
Ορισμοί
-
άλλη μορφή του ποτό familiar
- το να πίνει κάποιος οινοπνευματώδη ποτά
Ισοδύναμα
Bosanski
piti
Ελληνικά
πόση
Español
escabio
Suomi
alkoholinkäyttö
dokaus
juominen
juonti
juopotella
juopottelu
kännääminen
kännäys
kitata
naukkailla
ryypiskellä
tissutella
עברית
שתייה
Hrvatski
piti
Magyar
ívás
Bahasa Indonesia
minum
Íslenska
drykkja
Italiano
cicchettare
한국어
마시기
Русский
питьё
Српски
piti
Türkçe
işret
Українська
пиття́
Παραδείγματα
“※ Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free