HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πινάκιο | Babel Free

Noun CEFR B1
/piˈna.ci.o/

Ορισμοί

  1. μικρός πίνακας
  2. επιτραπέζιο σκεύος, συνήθως πήλινο, που χρησιμοποιείται στο σερβίρισμα φαγητού, το πιάτο
  3. το βιβλίο με αριθμημένες και μονογραμμένες από τον προϊστάμενο του δικαστηρίου σελίδες στο οποίο εγγράφονται με τη σειρά οι υποθέσεις που εκδικάζονται στο ακροατήριο σε μία δικάσιμο

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πινάκιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course