Σημασία του πιεστική | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιεστικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Ένιωσε μια πιεστική ανάγκη να φύγει αμέσως.”
He felt a pressing need to leave at once.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free