Meaning of πιεστικός | Babel Free
/pi.e.stiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που πιέζει
- που λειτουργεί με πίεση
-
επείγων, άμεσος figuratively
-
που θλίβει λόγω εξαναγκασμού, που στενοχωρεί figuratively
-
που καταπιέζει figuratively
- πιεστικό
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.