πηχτόγαλο
Ορισμοί
ένα είδος ξινομυζήθρας, φρέσκο μαλακό τυρί που έχει απαλή κρεμώδη υφή και ελαφρά ξινή γεύση και παρασκευάζεται στην Κρήτη και ειδικότερα στον νομό Χανίων
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free