περατζάδα
Ορισμοί
- το πέρασμα από κάποιο σημείο ή σημεία
- το μέρος που πηγαινοέρχεται, κόβει βόλτες ή, απλά, περνάει πολύς κόσμος
Παραδείγματα
“※ Η πρώην σου με κοιτάει περίεργα τα Σάββατα που την πετυχαίνω στην περατζάδα. (Σοφία Γκιούσου, Τα Μεταμεσονύχτια, Lulu Press Inc., 2012, σελ. 14)”
“※ Ένα μελαγχολικό Αυγουστιάτικο απόγευμα , η περατζάδα των ντόπιων στον δρόμο μπροστά απ' τη μικρή βεραντούλα μας είχε αρχίσει (Μαριάνθη Ντεβάκη, Λευκές Σελίδες για Άναρχα Όνειρα, εκδ. Ακακία, 2013)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free