HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πεδιάδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
pe.ðiˈa.ða

Ορισμοί

  1. επίπεδη επιφάνεια γης με ικανή έκταση, κατάλληλη συνήθως για καλλιέργεια
  2. γυναικείο όνομα

Ισοδύναμα

Englishplain
Españolllanura
Françaisplaine
12 more languages
Българскиравнина
Češtinarovina
DeutschEbene
Magyarsíkság
Italianopianura
Nederlandsvlakte
Polskirównina
Portuguêsplanície
Românășes
Русскийравнина
Српскипо̀љана

Παραδείγματα

“Η πεδιάδα απλωνόταν πράσινη μέχρι τους πρόποδες του βουνού.”

The plain stretched out green up to the foot of the mountain.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πεδιάδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free