Meaning of Παύλος | Babel Free
/ˈpavlos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ανδρικό όνομα
-
ελληνική ποικιλία αμπέλου που καλλιεργείται στα νησιά του Ιονίου και παράγει λευκό κρασί singular
- χωριό της Βοιωτίας
Ισοδύναμα
English
Paul
Παραδείγματα
“ο απόστολος Παύλος (5-15 έως 66-68 μ.Χ.)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.