Meaning of πατρόνας | Babel Free
/ˈpa.tɾo.nas/Ορισμοί
-
γενική ενικού του πατρόνα genitive, singular
- πατρίκιος ή άλλο πρόσωπο υψηλού κοινωνικού κύρους που προστάτευε και εκπροσωπούσε απελεύθερο (ή άλλο άτομο κατώτερης κοινωνικής τάξης) στην αρχαία Ρώμη
-
κάποιος που πατρονάρει, που προστατεύει κάποιον (νομικά, οικονομικά κ.λπ.) ή τον κατευθύνει και τον ελέγχει (ενίοτε παρασκηνιακά και ιδιοτελώς) broadly
- ο χορηγός, που προσφέρει οικονομική υποστρήριξη
Ισοδύναμα
English
patron
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.