Meaning of πατρικός | Babel Free
/pa.triˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με τον πατέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
- πατρικό
- το σπίτι που ζούσε κάποιος με την πρώτη του οικογένεια, με τους γονείς του
- το επώνυμο της αρχικής οικογένειας μια γυναίκας, αυτής που είχε με τους γονείς της, πριν παντρευτεί και λάβει —ενδεχομένως— το επώνυμο του συζύγου της
- που έχει σχέση με τους προγόνους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
-
που γίνεται με ιδιαίτερη επιμέλεια, προστατευτικότητα και αγάπη, σαν να ενεργεί ο πατέρας προς τα παιδιά του figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.