HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πατρικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/pa.triˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τον πατέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
  2. πατρικό
  3. το σπίτι που ζούσε κάποιος με την πρώτη του οικογένεια, με τους γονείς του
  4. το επώνυμο της αρχικής οικογένειας μια γυναίκας, αυτής που είχε με τους γονείς της, πριν παντρευτεί και λάβει —ενδεχομένως— το επώνυμο του συζύγου της
  5. που έχει σχέση με τους προγόνους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
  6. που γίνεται με ιδιαίτερη επιμέλεια, προστατευτικότητα και αγάπη, σαν να ενεργεί ο πατέρας προς τα παιδιά του
    figuratively

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πατρικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course