πατρική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατρικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Επέστρεψε στην πατρική του κατοικία μετά από χρόνια.”
He returned to his paternal home after years.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free