παράνομες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράνομη
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Έκλεισαν όλες τις παράνομες επιχειρήσεις της περιοχής.”
They shut down all the illegal businesses in the area.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free