HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παράνομος

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
paˈɾa.no.mos

Ορισμοί

  1. ο εκτός των ορίων του νομίμου, είτε λόγω έλλειψης των απαραίτητων προϋποθέσεων του νομίμου, είτε λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων αλλά με παρουσία επιπλέον στοιχείων που καθιστούν ρητά το σύνολο παραβατικό του νόμου
  2. αντίθετος με τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμη κι αν δεν απαγορεύεται από τους νόμους

Ισοδύναμα

25 more languages
العربيةجوفي
Bahasa Indonesiabawah tanahharam
日本語無法
Kurdîîllegal
Nederlandsracketeer
Portuguêsunderground

Παραδείγματα

“Είχε μια παράνομη σχέση με τη γραμματέα του.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παράνομος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free