Meaning of παπιγιόν | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος λαιμοδέτη που φοριέται με επίσημο ένδυμα και αποτελείται από μια ταινία ύφασμα που δένεται έτσι, ώστε να σχηματίζονται δυο συμμετρικοί φιόγκοι
Ισοδύναμα
English
bowtie
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.