Meaning of παπα- | Babel Free
/pa.pa/Ορισμοί
-
άκλιτη και άτονη προτακτική λέξη σε αρσενικά χαλαρά σύνθετα. Προτακτικό που ακολουθείται από το ενωτικό - και το όνομα ενός ιερέα vulgar
- πρόθημα σύνθετων επωνύμων (οικογενειακών ονομάτων). Παίρνει στις μορφές
Παραδείγματα
“παπα-Γιώργης”
“※ Ο παπα- Αζαρίας εσκέφθη προς στιγμήν, αλλ' η όψις του δεν εξέφραζε πνευματικόν τι.”
“Παπα- + Σπύρος > Παπασπύρος”
“Παπαδ- + -όπουλος > Παπαδόπουλος”
“Παπαδ- + Διαμάντης > Παπαδιαμάντης”
“Παπαζ- + -όγλου > Παπάζογλου”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.