HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παλιο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈpaʎo/

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων
    offensive
  2. που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι δυσάρεστο ή άσχημο ή χαμηλής ποιότητας ή ηθικής υποστάθμης
    offensive
  3. που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι παλιό, προέρχεται από ή αναφέρεται σε παλαιότερη εποχή
  4. όπου το δεύτερο συνθετικό βρίσκεται σε κακή κατάσταση λόγω παλαιότητας
  5. ή προσδίδει θετική σημασία στο δεύτερο συνθετικό
    familiar
  6. αντί του λογιότερου παλαιο-
    familiar

Ισοδύναμα

English Bloody

Παραδείγματα

“παλιο- (palio-) + παπούτσι (papoútsi, “shoe”) → παλιοπάπουτσο (paliopápoutso, “old shoe”)”
“παλιο- (palio-) + ρούχο (roúcho, “piece of clothing”) → παλιόρουχο (palióroucho, “old clothing”)”
“παλιο- (palio-) + γέρος (géros, “old man”) → παλιόγερος (paliógeros, “old bastard”)”
“παλιο- (palio-) + καιρός (kairós, “weather”) → παλιόκαιρος (paliókairos, “awful weather”)”
“παλιο- (palio-) + δουλειά (douleiá, “job”) → παλιοδουλειά (paliodouleiá, “lousy job”)”
“παλιοκόριτσο, παλιόκαιρος”
“παλιοβρόμα, παλιόγερος, παλιάνθρωπος”
“παλιοσίδερο, παλιομοδίτης, παλιόρουχο”
“παλιοπαρέα, παλιόφιλος”
“παλιοημερολογίτης < παλαιοημερολογίτης”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παλιο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course