Meaning of παλιο- | Babel Free
/ˈpaʎo/Ορισμοί
-
πρώτο συνθετικό λέξεων offensive
-
που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι δυσάρεστο ή άσχημο ή χαμηλής ποιότητας ή ηθικής υποστάθμης offensive
- που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι παλιό, προέρχεται από ή αναφέρεται σε παλαιότερη εποχή
- όπου το δεύτερο συνθετικό βρίσκεται σε κακή κατάσταση λόγω παλαιότητας
-
ή προσδίδει θετική σημασία στο δεύτερο συνθετικό familiar
-
αντί του λογιότερου παλαιο- familiar
Ισοδύναμα
English
Bloody
Παραδείγματα
“παλιο- (palio-) + παπούτσι (papoútsi, “shoe”) → παλιοπάπουτσο (paliopápoutso, “old shoe”)”
“παλιο- (palio-) + ρούχο (roúcho, “piece of clothing”) → παλιόρουχο (palióroucho, “old clothing”)”
“παλιο- (palio-) + γέρος (géros, “old man”) → παλιόγερος (paliógeros, “old bastard”)”
“παλιο- (palio-) + καιρός (kairós, “weather”) → παλιόκαιρος (paliókairos, “awful weather”)”
“παλιο- (palio-) + δουλειά (douleiá, “job”) → παλιοδουλειά (paliodouleiá, “lousy job”)”
“παλιοκόριτσο, παλιόκαιρος”
“παλιοβρόμα, παλιόγερος, παλιάνθρωπος”
“παλιοσίδερο, παλιομοδίτης, παλιόρουχο”
“παλιοπαρέα, παλιόφιλος”
“παλιοημερολογίτης < παλαιοημερολογίτης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.