HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παλέτα

Ουσιαστικό CEFR B1
paˈle.ta

Ορισμοί

  1. εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται
  4. ποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2)
    broadly
  5. ομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα

Ισοδύναμα

EnglishPalette
Françaispalette
23 more languages
Българскипалитра
Češtinapaleta
Danskpalet
Gàidhligseid
ગુજરાતીતકતી
עבריתפתכה
Magyarpaletta
Հայերեններկապնակ
日本語パレット
한국어팔레트
Kurdîpalet
Македонскипалета
Nederlandspalet
Portuguêspaleta
Русскийпалитра
Tagalogpaleta
Türkçepalet
Українськапалітра

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παλέτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free