HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του παλέτα | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
paˈle.ta

Ορισμοί

  1. εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται
  4. ποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2)
    broadly
  5. ομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα

Ισοδύναμα

Български палитра
Čeština paleta
Dansk palet
English Palette
Français palette palette
Gàidhlig seid
ગુજરાતી તકતી
עברית פתכה
Magyar paletta
Հայերեն ներկապնակ
Italiano paletta tavolozza
日本語 パレット
한국어 팔레트
Kurdî palet
Македонски палета
Nederlands palet
Português paleta
Русский палитра
Svenska palett spektrum
Tagalog paleta
Türkçe palet
Українська палітра

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παλέτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free