Meaning of παλέτα | Babel Free
/paˈle.ta/Ορισμοί
- εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται
-
ποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2) broadly
- ομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.