HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πίσσα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈpi.sa

Ορισμοί

  1. μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ.
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. βλαβερή ουσία του τσιγάρου
  4. κόλαση
    vulgar
  5. κάτι κατάμαυρο
  6. τσίχλα
    Cypriot

Ισοδύναμα

23 more languages

Παραδείγματα

“≈ συνώνυμα: κατράμι”
“※ 1887 ⌘ Ἰωάννης Πολέμης, Ἡ κόλασις”
“Έξω ήταν σκοτάδι πίσσα.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πίσσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free