Meaning of πίσσα | Babel Free
/ˈpi.sa/Ορισμοί
- μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ.
- γυναικείο επώνυμο
- βλαβερή ουσία του τσιγάρου
-
κόλαση vulgar
- κάτι κατάμαυρο
-
τσίχλα Cypriot
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: κατράμι”
“※ 1887 ⌘ Ἰωάννης Πολέμης, Ἡ κόλασις”
“Έξω ήταν σκοτάδι πίσσα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.