Meaning of ανθρακόπισσα | Babel Free
Ορισμοί
παχύρρευστη, σκουρόχρωμη ουσία με έντονη οσμή, που παράγεται κατά την πυρογενή απόσταξη ασφαλτούχου άνθρακα και χρησιμοποιείται κυρίως στη χημική βιομηχανία και ως προστατευτικό υλικό
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.