Meaning of πέρας | Babel Free
/ˈpe.ɾas/Ορισμοί
- το τέρμα, το τέλος
- η ολοκλήρωση
- το δεύτερο σε σειρά σημείο ενός προσανατολισμένου ευθύγραμμου τμήματος (ευκλείδειου διανύσματος)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“στα πέρατα της γης/του κόσμου (to the ends of the earth/the world)”
“στα πέρατα και βροχή του Μάρτη (until the end of the March rains)”
“Κηρύσσω το πέρας των εργασιών.”
“Το πέρας του διανύσματος }⃑{AB είναι το Β.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.